Τι είναι οι Δραστηριότητες Καθημερινής Ζωής και ποια η σχέση με την Εργοθεραπεία;
Ο τομέας των Δραστηριοτήτων Καθημερινής Ζωής (ΔΚΖ) καθώς και οι Σύνθετες Δραστηριότητες Καθημερινής Ζωής (ΣΔΚΖ) αποτελούν δυο τομείς έργων με τους οποίους ασχολείται η Εργοθεραπεία. Σύμφωνα με τους Rodger & Ziviani, (2006), οι ΔΚΖ αναφέρονται σε δραστηριότητες προσωπικής φροντίδας που προσανατολίζονται στη φροντίδα του σώματός του ατόμου (συμπεριλαμβανομένου του φαγητού, του ντυσίματος, της περιποίησης/υγιεινής, του ύπνου/ανάπαυσης και της τουαλέτας). Οι ΣΔΚΖ αναφέρονται σε εκείνες τις δραστηριότητες που αφορούν την φροντίδα κάποιου μέλους της οικογένειας και δραστηριότητες φροντίδας στην κοινότητα και στο σχολείο. Αυτές οι δραστηριότητες προσανατολίζονται στην αλληλεπίδραση με το περιβάλλον και είναι συχνά πολύπλοκες. Τα παιδιά ολοκληρώνουν τις ΣΔΚΖ καθώς συμμετέχουν ως μέλη μιας οικογένειας και μαθαίνουν να αναλαμβάνουν την ευθύνη για τις δουλειές και τη συντήρηση του σπιτιού, όπως το να βγάζουν τα σκουπίδια, να ψωνίζουν, να φτιάχνουν το κρεβάτι τους, να πλένουν πιάτα, να τοποθετούν τα ρούχα στα άπλυτα, την προσωπική τους οικονομική διαχείριση (χαρτζιλίκι) καθώς και την παρασκευή ενός σνακ (Rodger & Ziviani, 2006).
Κατά τη διάρκεια της πρώτης δεκαετίας της ζωής, τα παιδιά εξελίσσονται από το να εξαρτώνται πλήρως από τους γονείς/φροντιστές τους για όλες τις ανάγκες αυτο-φροντίδας τους στο να γίνονται ανεξάρτητα στη φροντίδα του εαυτού τους. Στην πραγματικότητα, από την ηλικία των πέντε έως έξι ετών τα περισσότερα παιδιά είναι σε θέση να φροντίζουν τις δικές τους ανάγκες αυτοεξυπηρέτησης επαρκώς για να τα καταφέρουν μόνα τους στο σχολείο για περίπου έξι ώρες την ημέρα (Rodger & Ziviani, 2006). Τα παιδιά συνήθως αναπτύσσουν δεξιότητες αυτοφροντίδας σε σχέση με την πολυπλοκότητα των εργασιών και την περιβαλλοντική υποστήριξη (Kramer & Hinojosa, 2010). Οι πολιτιστικές αξίες, οι προσδοκίες των γονέων, οι κοινωνικές ρουτίνες και το φυσικό περιβάλλον επηρεάζουν το πότε τα παιδιά αρχίζουν να κάνουν μπάνιο, να ντύνονται, να καλλωπίζονται ή να πηγαίνουν στην τουαλέτα. Συνολικά, η κοινωνία και οι οικογένειες υποθέτουν ότι τα παιδιά αναπτύσσουν κλιμακωτά τα επίπεδα ικανότητας και αυτοδυναμίας για να καλύψουν τις δικές τους ανάγκες. Η ανάπτυξη και η ωριμότητα επιτρέπουν στο παιδί να συμμετέχει σε διάφορους ρόλους και περιβάλλοντα με μείωση των επιπέδων επίβλεψης των ενηλίκων στις ΔΚΖ (Case-Smith & Clifford O΄Brien, 2010). Με το τέλος της μέσης παιδικής ηλικίας (δηλαδή μέχρι την ηλικία των 12 ετών) οι γονείς συνήθως δεν εμπλέκονται πλέον σε καμία από τις ρουτίνες αυτοφροντίδας των παιδιών. Τα περισσότερα παιδιά σε αυτήν την ηλικία αρχίζουν να διεκδικούν το δικαίωμά τους στην ιδιωτική ζωή, επιλέγουν τα δικά τους ρούχα, έχουν αποφασίσει τι τους αρέσει και τι δεν τους αρέσει να τρώνε και έχουν καθιερώσει τις δικές τους ρουτίνες προσωπικής υγιεινής (Case-Smith & Clifford O΄Brien, 2010). Κατά την εφηβεία, το παιδί συνήθως γίνεται πιο ανεξάρτητο σε όλες τις ΔΚΖ και ΣΔΚΖ, συμπεριλαμβανομένων των τομέων που σχετίζονται με τη χειραφέτηση και την ελευθερία, όπως είναι η οδήγηση και η διαχείριση των προσωπικών οικονομικών (Kramer & Hinojosa, 2010).
Η ενεργός συμμετοχή στις ΔΚΖ έχει πολλά οφέλη για το παιδί, συμπεριλαμβανομένης της διατήρησης και βελτίωσης των σωματικών λειτουργιών και της υγείας (π.χ. δύναμη, εύρος κίνησης, συντονισμός, αλληλουχία, σχηματισμός έννοιας, εικόνα σώματος) και στην επίλυση προβλημάτων ενώ κατακτά δεξιότητες που έχουν νόημα και σκοπό για το παιδί. Αυτή η κατάκτηση των δεξιοτήτων οδηγεί σε αυξημένη αυτοεκτίμηση, αυτοδυναμία και αυτοπροσδιορισμό και δίνει στο παιδί μια αίσθηση αυτονομίας (Case-Smith & Clifford O΄Brien, 2010). Η ανάπτυξη της ανεξαρτησίας των δεξιοτήτων αυτοφροντίδας είναι επομένως θεμελιωδώς σημαντική για τη βελτιστοποίηση της προσωπικής ταυτότητας και αυτοεκτίμησης. Η αυτοδιαχείριση των αναγκών αυτοεξυπηρέτησης συνδέεται με την ανάπτυξη αυτονομίας, αυτο-αποτελεσματικότητας, αυτογνωσίας και ικανοποίησης από τη ζωή. Η αυτονομία αναφέρεται στην αυτό-αποτελεσματικότητα, την αυτο-ταυτότητα, την ανεξαρτησία και την ικανότητα του ατόμου να διαχειρίζεται τη φροντίδα του (Rodger & Ziviani, 2006).
Παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν την επιτυχή συμμετοχή του παιδιού στις ΔΚΖ είναι το περιβάλλον στο οποίο βρίσκεται, στοιχεία της προσωπικότητας του, το δυναμικό του, οι απαιτήσεις της δραστηριότητας καθώς και οι εκτελεστικές ικανότητες του παιδιού. Καθώς οι θεραπευτές εξετάζουν αυτούς τους παράγοντες, καθορίζουν τη γνώση και τις δεξιότητες απόδοσης (δράσεις κατευθυνόμενες προς το στόχο) και πρότυπα που πρέπει να μάθει το παιδί για την αυτοφροντίδα. (Case-Smith & Clifford O΄Brien, 2010). Δυσκολίες στην αυτοφροντίδα είναι συχνά ένας λόγος παραπομπής παιδιών για υπηρεσίες εργοθεραπείας. Οι εργοθεραπευτές αναγνωρίζονται για την ικανότητά τους να επιλύουν προβλήματα αυτοφροντίδας (Rodger & Ziviani, 2006).
Οι παρεμβάσεις που σχετίζονται με τη βελτίωση στις ΔΚΖ παίζουν ρόλο στην ανάπτυξη του παιδιού, στις σωματικές και ψυχολογικές δομές και λειτουργίες, καθώς και στις συνεχείς αυξανόμενες απαιτήσεις της εργασίας/σχολείου και στα εμπόδια του περιβάλλοντος. Καταβάλλονται προσπάθειες για τον προσδιορισμό των προτεραιοτήτων του παιδιού και της οικογένειας προκειμένου να προωθηθεί η ανάπτυξη δεξιοτήτων, αλλά και να προαχθεί η ισορροπία και η ποιότητα ζωής (Kramer & Hinojosa, 2010). Οι εργοθεραπευτές παρατηρούν και αξιολογούν τις δεξιότητες εκτέλεσης κάθε παιδιού (α) γνωστικής λειτουργίας, (β) συναισθηματικής ρύθμισης, (γ) οπτικής αντιληπτικής ικανότητας, (δ) λεπτής κινητικότητας, (ε) αδρής κινητικότητας, (στ) αισθητηριακή επεξεργασία, (ζ) αισθητηριακή ολοκλήρωση, (η) κινητικό σχεδιασμό και (θ) κοινωνικο-συναισθηματικές ικανότητες, όλα αυτά που μπορεί να περιορίζουν την εκτελεστική τους απόδοση στην αυλή, στον διάδρομο, στο μεσημεριανό, στην αίθουσα διδασκαλίας, στην παιδική χαρά και άλλα περιβάλλοντα (Rush Thompson, Johnson Coffelt & Hart, 2018). Συγκεκριμένοι παράγοντες του παιδιού (δομή και λειτουργία σώματος), εκτελεστικές δεξιότητες και κινητικά πρότυπα επηρεάζουν την εκτέλεση ΔΚΖ. Για παράδειγμα, ένα παιδί με απτική υπερευαισθησία μπορεί να κλάψει κατά τη διάρκεια του ντυσίματος και να αρνηθεί να ντυθεί παρά το γεγονός ότι έχει τις κινητικές και γνωστικές δεξιότητες για να γίνει αυτό. Παιδιά με οπτικές δυσκολίες μπορεί να χρειαστεί να χρησιμοποιούν την αίσθηση της αφής όταν βουρτσίζουν τα μαλλιά τους. Ένα παιδί με εγκεφαλική παράλυση μπορεί να μην έχει έλεγχο στάσης για να καθίσει όρθιο κατά τη διάρκεια του ντυσίματος, αλλά μπορεί να έχει αισθητηριακές αντιληπτικές δεξιότητες (π.χ., διάκριση δεξιά-αριστερά και οπτική αντίληψη) για ντύσιμο σε πλάγια θέση. Ένα παιδί με διαταραχή ελλειμματικής προσοχής μπορεί να έχει όλες τις κινητικές και αισθητηριακές αντιληπτικές δεξιότητες για την ολοκλήρωση μιας εργασίας αυτοφροντίδας, αλλά η γνωστική οργάνωση, η αλληλουχία και η μνήμη του/της μπορεί να επηρεάσουν την επαρκή απόδοση.
Το επίπεδο ενδιαφέροντος, η αυτοπεποίθηση και τα κίνητρα είναι ισχυρές δυνάμεις που βοηθούν τα παιδιά να επιτύχουν επίπεδα απόδοσης που είναι είτε πάνω είτε κάτω από τις προσδοκίες. Επομένως, οι εργοθεραπευτές βοηθούν τους γονείς και τα παιδιά να μάθουν πώς να τροποποιούν τις απαιτήσεις δραστηριότητας και τις ρουτίνες, έτσι ώστε τα παιδιά να εκτελούν εργασίες ΔΚΖ μέσα στο καθημερινό τους περιβάλλον (Case-Smith & Clifford O΄Brien, 2010).


